Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008

Οι "Μ" διαστάσεις και το κακό συναπάντημα

Στο ένα άλλο αλλιώτικο, μακρινό παράλληλο σύμπαν όλα μοιάζουν όμορφα θαρρώ και μπερδεμένα. Εκεί στον πλανήτη Μέλμπιους ο Πασχάλης είναι αθώος, οι γκόμενες κάνουν όλες μαζί ντους και χασκογελάνε, ο ΜΠάοκ σηκώνει το Ευρωπαϊκό για 11η συνεχόμενη φορά μέσα στη Τούμπα και το MySpace είναι μια καντίνα στα Σεπόλια που φτιάχνει το καλύτερο «βρώμικο» της Αθήνας.

Εκεί οι μέρες κυλούνε ήσυχα και τα παιδιά παίζουνε πόκα στα σχολεία για να μάθουν αριθμητική και πιθανότητες, οι γιατροί σου λένε να αποφεύγεις τα γιαούρτια και τα μαρούλια και σου συνιστούν να βάλεις περισσότερες ψητούρες στο διαιτολόγιο σου μπας και ανεβάσεις λιγάκι την χοληστερίνης σου που τελευταία παραπαίει στο πάτωμα...

Οι χάπες και οι φούντες των τσολιάδων είναι λεύτερες, οι αποστάσεις μηδαμινές και όλοι μα όλοι χαμογελάνε, χωρίς να λένε μούφες και παπαριές. Δεν θα ακούσεις ψέματα, δεν θα δεις Ευαγγελάτο, ο Μάκης είναι γελαδάρης στο Μέμφις κι εσύ τσαλαβουτάς στις ασημένιες θαλασσιές του εγώ της με το πλαστικό μπρατσάκι σου που βγάζει και φραπέ!

Οι μουσικές είναι χρώματα, τα χρώματα εικόνες και τα γράμματα που γράφουνε μοιάζουν με fractals βγαλμένα από την φαντασία του John Waters, γιομάτα ηδονιστικές ακρότητες που όμως είναι αρεστές...

Οι άνθρωποι εκεί είναι οι σκύλοι και τα τετράποδα κοιτάζουν τα αστέρια και σκέφτονται τι άλλο υπάρχει εκεί έξω, γλύφοντας ευχαριστημένοι τις πατούσες τους και γαβγίζοντας μελωδικά προς εμάς. Που και που μονάχα εκπέμπουνε καμιάν εικόνα προς τα ‘δω με την μορφή της σκέψης και την στέλνουν διαμέσου της συχνότητας του ύπνου, αφήνοντας κάποια καρέ για να τα συμπληρώσει το κεφάλι μας σαν κυριακάτικο Sudoku στην εφημερίδα της ενορίας του αγίου Σουλπίκιου με δώρο το τελευταίο DVD της Jennaς κι έτσι μπορούμε να δούμε πως όλα τελικά είναι πίπες με φούντες και εμείς μια τρίχα από τα αρχίδια Τους...

Σ’αυτό το σύμπαν που λες, ο Μπάμπης Δελαπόρτας ένα πρωί παντρεύτηκε την Καλάμιτι Τζέην και ζήσανε ευτυχισμένοι ψήνοντας κάστανα στο παλάτι του βασιλιά Μίδα και κάθε Φλεβάρη πιο μακρύ καλούν τους φίλους τους για να γιορτάσουν την έλευση της νέας άνοιξης, η οποία διαρκεί μιαν ολάκερη ζωή...

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2007

time is on your side, yes it is...

Ό χρόνος είναι ο απόλυτος φίλος και εχθρός. Σαν άσπονδος εραστής που δεν μπορείς να απαλλαγείς, τρέχει μπροστά κι εσύ ακολουθείς, πάντοτε κουρασμένος.

Σε εκείνον αφήνουμε τα πάντα, ελπίδες, όνειρα και παλιές πληγές. Του τα δίνουμε να τα βάλει στο σακί του κι εκείνος, σαν Ρωσίδα μασέρ από αγγελία, αβασάνιστα τα κουβαλά για να μας τα δώσει στο τέλος της «βραδιάς» σαν πρέπει να πληρώσουμε την ταρίφα, η οποία δεν «παίζει» να μείνει απλήρωτη. Θα πρέπει να τα «βρείτε» όπως και να ‘χει...

΄Άλλοτε σαν ψεύτης σύντροφος σε ξεγελά και τον αποζητάς να ‘ρθει κοντά σου, αδιαφορώντας για όλα εκείνα που σου πήρε μακριά κι άλλοτε σαν πραγματική αγάπη σε φιλά γλυκά στον λαιμό και σου θυμίζει πως όλα πέρασαν. Δεν υπάρχει «μέση οδός» για τον μπάρμπα χρόνο, μονάχα άκρα όπως σ’ όλα τα μεγάλα στις ζωές μας.

Είναι ο τελικός κριτής στο διαγωνισμό που δίνεις με την πάρτη σου. Εκείνος μονάχα θα τολμήσει να μιλήσει, για να κρίνει, τι διάολο τάχα μου άξιζε και τι όχι, ποιος μέτρησε και ποιος φάνηκε κατώτερος των προσδοκιών. Δεν βιάζεται, δεν κάνει λάθος. Υπομονετικά κοιτάζει, συνήθως στα κλεφτά, και μαθαίνει. Διακρίνει όλα όσα μας κρύβει η ομίχλη του εγωισμού μας και τα ξεπλένει με το πικρό νερό της αλήθειας. Αυτή άλλωστε είναι και η δύναμη του στην οποία γονατίζουν άπαντες, ακόμη και οι «θεοί»... Το τι σημαίνει η φιλία, η αγάπη, ο έρωτας κι ολάκερος ο κόσμος δεν φτάνουν να γραφτούν σε άπειρες αράδες γράμματα κι όμως εκείνος μπορεί να τα εξηγήσει καλλίτερα από όλους μας, μέσα σε μια στιγμή. Μια μονάχα εικόνα απ’ τα κιτάπια του, φτάνει για μια ολάκερη ζωή.

Σαν μουστακαλής ταβερνιάρης ποτέ του δεν έκανε κέφι την πιτσιρικαρία. Με λίγους μπορεί να κάτσει μαζί τους γιατί λίγοι είναι ‘κείνοι που θα τον ακούσουν σαν θα πει τα δικά του. Και στο τραπέζι τους ποτέ του δεν τους φέρνει ολόκληρες μερίδες, μα μόνο μεζεκλίκια, έτσι για να πάρουν μια γεύση και να μην την αλλοιώσει ο κορεσμός. Η πείνα κολλητέ δεν είναι εκείνη που τα κάνει όλα πιο όμορφα; (κι ο ΠΑΟΚ πως το ξέχασα...).

Μην ψάχνεις για οίκτο στα λόγια του χρόνου. Μονάχα αλήθειες, για αυτό μην κάνεις ερωτήσεις για τις οποίες δεν θες να ακούσεις απαντήσεις.

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007

in the waiting line...

Η μοναξιά που τσακίζει κόκαλα, η μοναξιά που σπάει τις ψυχές μας σε χίλια κομμάτια. Τις κόβει σαν τον Ρίο Μάρε με την καρδιά ενός σάπιου μαρουλιού και μας αφήνει μόνους παγωμένους και σιωπηλούς. Αναρωτιόμαστε που διάολο θα θέλαμε να ήμασταν και μόλις το αφήσουμε να βγει από μέσα μας, το διώχνουμε μακριά, πληγωμένοι αφού για διάφορους γαμημένους λόγους δεν μπορούμε.

Οι μουσικές που κάνουν διάλογους στα κρυφά με τα κεφάλια μας ενώ εμείς καπνίζουμε το τσιγάρο που κάποτε θα μας σκοτώσει. Θα θέλαμε να μας σκοτώσει σήμερα αλλά δεν το λέμε, αφού φοβόμαστε στα αλήθεια τούτες τις ευχές που θα βγουν αληθινές.

Οι γραμμές της ζωή μας που άλλοτε σμίγουν κι άλλοτε ξεμακραίνουν αδιάφορα από τα θέλω μας και τα ανάγκες μας. Οι πράξεις ανθρώπων που δήθεν ελέγχουν τις ζωές τους μα που δεν έχουν καμία αξία καθώς άλλα αποφασίζουν για όλους μας. Εκείνα είναι που μιλούν και διαλέγουν πότε και τι για τον καθένα μας...

Οι συνήθειες που μας κακομαθαίνουν, οι απολαύσεις που μας αλλάζουν, οι ανάγκες που μας ελέγχουν, όλα όσα είμαστε εμείς από'ξω κι όλα όσα ξέρουμε μονάχα εμείς. Μόνο εμείς.

Το τέλος στα μικρά και τα μεγάλα. Η αυλαία σε διάφορα έργα που τα παίζουμε ξανά και ξανά από διαφορετικούς ρόλους μέχρι ο σκηνοθέτης να αποφασίσει που μας θέλει και το «κοινό» να ικανοποιηθεί.

Ο θυμός μας, τα νεύρα μας και η ανάγκη μας να «κοιμηθούμε». Κουρασμένοι απ’ το «ξενύχτι» που μας διασκέδασε κάμποσο μα περισσότερο μας έκανε να βαρεθούμε εμάς. Στη σειρά όλοι περιμένοντας πάντα κάτι...

Όλοι μας παντού και πουθενά, μόνοι μέσα κι όξω κάνουμε πως αγαπάμε, μιλάμε, υπάρχουμε. Μα μόνο στα αλήθεια ονειρευόμαστε θαρρώ...

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2007

the circle never ends...

Ο παππούς του Μπάμπη ήτανε βοσκός. Σαλάγαγε τα προβατάκια του, έσπερνε και 5-6 δεκαδικά ζαρζαβατικά, ίσα ίσα για ‘κείνον, την κυρά και τα κουτσούβελα. Ωραίος τύπος, λιγομίλητος μα ποτέ του σκυθρωπός, είχε αδυναμία σε πολλά πράγματα και παρά την φτώχια του, του άρεσαν οι ομορφιές, οι απλές μα ιδιαίτερες...

Έκανε κέφι να ακούει αμανέδες στο ραδιόφωνο, βλέπεις του θύμιζαν τα μέρη του και τους ξεχασμένους προγόνους του που δεν έλαχε να τους χορτάσει αφού τους έχασε μικρός... Το τσιγάρο το έσπερνε και το τρώγε στα σοβαρά, τόσο που ακόμη και το πετσί του είχε μαυρίσει, ενώ το ούζο το κατέβαζε πρωί πρωί, σαν μητρικό γάλα...

Ποτέ του όμως δεν άφησε τις έγνοιες του να σκεπάσουν την κρίση του και δεν έκανε να σ'κώσει χέρι ποτές στην όμορφη κυρά του...

Πρέπει να ήτανε στα 12 όταν ανέλαβε την φαμίλια σαν προστάτης και άφησε το παιδί μέσα του να φύγει μάλλον πρόωρα. Αναγκάστηκε βλέπεις αδερφέ να μεγαλώσει απότομα αφού υπήρχαν κάμποσοι μπόμπιρες πίσω απ’ αυτόν. Ποιος άλλος θα μπορούσε; Κανείς έτσι;

Για ‘κείνον ολάκερος ο κόσμος του ήταν το χωριό. Άκουγε για ταξίδια, έβλεπε φωτογραφίες από μέρη μακρινά κι εξωτικά και ονειρευόταν. Ονειρευόταν στα κρυφά και λίγο, τόσο ώστε να συνεχίζει μα να μην ξεχνά αυτά που έπρεπε να «κουβαλήσει». Καρτερικά περίμενε να έρθει η νύχτα για να ταξιδέψει. Στην αγκαλιά της γυναίκας του, άφηνε ότι τον βάραινε και «ελαφρύς» σαν ήτανε «έφευγε» πέρα μακριά. Επέστρεφε στην Σμύρνη, έκανε περατζάδες από την Πόλη του κι έπειτα σαν χάραζε έκανε τσιγάρο στα κλεφτά κάπου στην Κρήτη. Μα πάντα επέστρεφε, πάντα...

Μα οι θεοί τον έβλεπαν και τον έκαναν κέφι έτσι σαν τον παρακολουθούσαν με τα χρόνια να μεγαλώνει και να τους «φτάνει», άξια και αληθινά! Από καιρό ‘κείνοί σχεδίαζαν να του κάνουν το δώρο που λαχταρούσε το παιδί μέσα του μα ήξεραν ότι έπρεπε λίγο ακόμα να περιμένουν. Βλέπεις κάποιοι μεγάλωναν χάρη σ’αυτόν και έπρεπε να προκάμει η «γραμμή» της ζωής τους να παχύνει κάμποσο προτού να μπορέσει να συνεχίσει μονάχη...

Έφυγε το ίδιο σιωπηλά, όπως υπήρξε. Πρότερα της ώρας του και μάλλον βιαστικά μα υπήρχε λόγος. Το ‘ξερε κι η κυρά του κι ας μην το μαρτυρούσε σε κανέναν άλλο. Το ‘ξερε πως θα τον έβλεπε ξανά μπροστά της κάποια μέρα να την κοιτά και να της χαμογελά ήρεμα, διαπερνόντας την με εκείνα τα μάτια που λάτρεψε.

Σαν βγήκε απ’ την κοιλιά της νύφης του, έκλαψε κάμποσο, μα μόνο μια κατάλαβε γιατί. Μονάχα μία τον πήρε στην αγκαλιά της και κατάλαβε πόσο αληθινά ήταν όλα όσα της έλεγαν οι νεράιδες και τα ξωτικά τις νύχτες χωρίς φεγγάρι. Και το χέρι της γλυκά τον σκέπασε για μία ακόμη φορά...

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007

Θεοκεφτοσοφία - Η "Μέση Οδός" - κεφάλαιο 4

Ο δάσκαλος είπε: «Ξέρω πως γίνεται και δεν καλλιεργείται το Tao. Οι σοφοί το υπερβαίνουν και οι ανόητοι δεν το προσεγγίζουν. Ξέρω πως γίνεται και η Μέση Οδός δεν κατανοείται. Οι προικισμένοι άνθρωποι την υπερβαίνουν και οι ανάξιοι δεν την προσεγγίζουν. Όλοι οι άνθρωποι τρώνε και πίνουν. Αλλά λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να ξεχωρίσουν τις γεύσεις»

Και ο Μπάμπης απάντησε: «Δεν είναι όλοι οι κεφτέδες ίδιοι. Άλλοι καίγουνται πρόωρα στο τηγάνι και δεν "προκάμουν" να ψηθούν κι άλλοι καβουρντίζονται για ώρα μέχρις να χάσουν το ζουμί τους. Όλοι μα όλοι όμως ονειρεύονται να φαγωθούν.»

και ο σερβιτόρος δάκρυσε…

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007

"χειμώνιασε" θαρρώ

Έτσι είναι με τον «χειμώνα». Ξαφνικά έρχεται κι ας τον περιμένεις. Μπορεί από καιρό να προσποιείσαι το «μυρμήγκι» μα σαν έρθει η ώρα, «τζίτζικας» φαίνεται πως είσαι κι εσύ.

Τον καταλαβαίνεις όχι από το «χρώμα» του «ουρανού», ούτε και το «σκοτάδι» που φαίνεται ολοένα και νωρίτερα στα «πάντα», μεγάλα, μικρά κι ασήμαντα. Τον νιώθεις να τρουπώνει βαθιά «μέσα» σου και να σου παγώνει την «ψυχή» και αποζητάς εκείνη την «ζέστη» του καλοκαιριού μα και την «γλύκα» της «άνοιξης».

Τον πολεμάς αν είσαι από τους «χαζούς» «ρομαντικούς», τους μαλάκες «άχρηστους» που δεν ταιριάζουν στην «εποχή» αυτή και επιμένεις να δηλώνεις πως δεν «κρύωσες». Μα «πάγωσες» κι η καρδιά σου το ξέρει πως τρίζεις τα «δόντια» σου όταν δεν σε «κοιτάει» «κανείς». Γυρνάς με «κοντομάνικα», ανοίγεις κι άλλα «παραθύρια» και τέλος τέλος σκουπίζεις και το «μέτωπο» πως τάχαμου «ίδρωσες»...

Στο τέλος όμως «παραιτείσαι» σαν έρθει εκείνη η γαμημένη ώρα τ’ «απολογισμού» πετάς τα «κοντομάνικα» και βάζεις ρούχα που σου «ταιριάζουν» και που ζεσταίνουν κάπως το «σώμα» σου, ενώ αφήνεις κρυμμένα τα παλιά σαν να θες να «ξεχάσεις» που τα φόραγες γιατί έβλεπες πως σου «πήγαιναν» τόσο, μα τόσο πολύ.

Που και που θυμάσαι το «καλοκαιράκι» και σου ‘ρχεται «κάπως» περίεργα μα γρήγορα σκέφτεσαι και αναθαρρείς, πως ξανά θα έρθει ο «Ιούνης». Ποιος όμως σου ‘πε πως όλα στριφογυρίζουν με «365» μέρες σπίντα; Και «γύρω» από ‘κει που θες ή που συλλογίστηκες από λάθος;

«....Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο το όχι -- το σωστό -- εις όλην την ζωή του....»

Κάποιος «διαβασμένος», «κάπου», «κάποτε»

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

"κοίτα" να "δεις"...

Μ’ αρέσουν οι συμπτώσεις. Αμεεε. Μου γαμάνε ολάκερη την κοσμοθεωρία και είναι σαν να φτύνουν οι θεοί απάνου στα μούτρα μου. Κάθε φορά που γιομάτος καμάρι αναφωνείς πως "τίποτα δεν υπάρχει" κι ότι μένει σ' αυτή την παλιοζωή είναι "ότι φάμε, ότι πιούμε κι ότι "αρπάξει" ο κώλος μας", έρχεται μια συνάντηση, ένα πρόσωπο, μια ιδέα μα και ένα συναίσθημα και στα κάνει όλα πουτάνα.

Μου τα λέγε ο θείος Lumley με το "γαμωσυνεχες" του Melbius του αλλά που να πάρω χαμπάρι εγώ. Το 'παιζα μοιραίο boy, λεύτερο και ανεξάρτητο

Το κακό με τις συμπτώσεις είναι πως σε "ξυπνάνε". Σαν gipsy king που 'χει ξαπλάρει στην εθνική και ξαφνικά ακούει την γλυκιά φωνούλα της ξαναγκαστρωμένης γυναίκας του που τον βρίζει από 30 χιλιόμετρα μακριά επειδή την ξέχασε πίσω, έτσι κι αυτές έρχονται και σε τραβάν τ’ αυτί, ύπουλα και δυνατά για να ανοίξεις τα μάτια σου και να κοιτάξεις κατάματα την αλήθευα. Πρόσεχε αδερφέ! Το νου σου! Την αλήθεια κι όχι την πραγματικότητα, έτσι? άλλο τι θέλουν να δουν τα μάτια σου κι άλλο τι βλέπει ο νους σου.

Μη μου του κύκλους τάραττε, μη μου τα αρχίδ** σπάτε", έλεγε κάποτε ο Μπάμπης κι είχε δίκιο. Ασχολούμαστε με τις συμπτώσεις και χάνουμε την ουσία. Στόκος αυτός που βλέπει μονάχα το δάχτυλο αλλά καλός μαλάκας κι αυτός που φωνάζει να δούμε το φεγγάρι. Το πρόβλημα είναι ποιο δάχτυλο στέκεται ανάμεσα στο φεγγάρι και σένα. Το δικό σου η ….?

Οι συμπτώσεις έρχονται για να τις δεις. Απλά και όμορφα. Δεν ξέρω τι διάολο θέλουν να πουν στον καθένα μας αλλά καλό είναι καμία φορά να βουλώσουμε το βρομόστομα μας και να τις ακούσουμε. Πρέπει να είσαι ντιπ για ντιπ βόδι για να συνεχίζεις να μιλάς, ενώ εκείνες σωπαίνουν από οίκτο. Όπως τώρα καλή ώρα…

-Μπάμπη? Κόκκινο για μπλε χάπι?
-Μπαααα, έχω τα δικά μου μωρέ.…