Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

δύο των 150


Οι φωνές του ειδώλου ηχούσαν σαν το σόλο αρμόνιου από 10χρονο αθίγγανο σε σχολική γιορτή, παράταιρες μα και τόσο ταιριαστές με μικρά  βιρτουόζικα ξεσπάσματα που προερχόνταν, όπως πάντοτε, από πόνο ψυχής.

Μάταια οι παρευρισκόμενοι ασθενείς και συγγενείς-Μάρτυρες προσπαθούσαν να τον κατευνάσουν;

-«Όλοι πονάμε κύριε… για τους ανθρώπους είναι όλα. Τι έχετε τελοσπάντωνΕ;» τον ρώτησε μια κυρία, χαιδεύοντας το χέρι του ανδρός της ο οποίος ήταν ανάσκελα σε ένα ράντζο κολλημένος στο τοίχο.

-«Αφήστε με! ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ!» ούρλιαξε το είδωλο και ο Μπάμπης με περίσσια μαεστρία κατόρθωσε να βγάλει το κινητό του και να τον αποθανατίσει παρόλο που το χέρι του, μπανταρισμένο και πρόχειρα δεμένο, κρατούσε ένα πλαστικό ποτήρι φραπέ. Σκέτο, διότι έτσι το απαιτούσε η περίσταση.

Νοσοκόμες, δόκτωρες και διάφοροι παρατρεχάμενοι βρίσκονταν γύρω του, προσπαθώντας να τον δελεάσουν, άκουσον-άκουσον με τυροπιτάκια και καφέ όμως το είδωλο απτόητο συνέχιζε να σπέρνει πυρηνικό όλεθρο, μόνος εναντιών όλων, against all medical odds.

Μια θλίψη κυρίευσε τους πάντες για το κατάντημα του ειδώλου. Αξύριστος, με μάτι θολό, παραληρούσε αποζητώντας ανακούφιση ή προσοχή; Ουδείς γνώριζε, κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε στον άρχοντα εκείνη τη στιγμή, μιας κι ο Λόγος του ασυνάρτητος για τους περισσότερους, δεν άρμοζε με το ύφος και την αισθητική του δήθεν αξιοπρεπούς δράματος που συναντά κανείς στα Επείγοντα.

«Τον είδες;» τον ρώτησε εκστασιασμένος καθώς ο Μπάμπης επιδέξια έστριψε τσιγαρο ενώ βαστούσε και το φραπεδάκι κι αποθανάτιζε παράλληλα τη σκηνή για τις μελλοντικές γενιές των τρασάδων, προετοιμάζοντας όμως ήδη την μεγάλη απόδραση από τα Επείγοντα.

«Ναι… τον είδα.» είπε και το βάλε στο στόμα του, έτοιμος να βγει έξω. Για μια στιγμή σκέφτηκε να πάει να του μιλήσει. Να τον ρωτήσει πως και γιατί του τα «σκάσανε» έτσι στο ξαφνικό κι αν ήθελε να τον πάει και να τον αφήσει πουθενά σε κάποια απ’ τις καβάτζες του για να ηρεμήσει ή να «ξεδώσει».

Απομακρύνθηκε αφήνοντας τον στο τσούρμο των "ειδικών" κι αφότου βεβαιώθηκε πως θα χρειαζόντουσαν τουλάχιστον 2-3 ωρίτσες μέχρι να πάρουν σειρά για τον τομογράφο, βγήκε έξω στη δροσούλα της εισόδου κι έκατσε πλάι σε μια παρέα από μεσήλικες "copa cabano-ξενοδοχείο τροπικάνα" με τις οποίες αντάλλαξε μερικές ματιές ενώ στο μυαλό του στριφογύρισαν σκέψεις…

"Που τις ξέρω τις καριόλες;» σκέφτηκε και κάπου τρεμόπαιξαν τα φώτα μιας πινακίδας νέον.



Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

μηχανικά, δίχως αλαζονεία



Ήταν πιασμένοι απ’ το χέρι, λες κι από πάντοτε έτσι στεκόντουσαν μέσα στο χρόνο.
Κρατώντας ο ένας τον άλλο σφιχτά, απέναντι στη κυρία του ταμείου, απέναντι σ’ όλο τον κόσμο, στέκονταν μόνοι τους, μαζί.

Η υπάλληλος, ναρκωμένη από τη ζεστασιά των καλοριφέρ στο γραφείο, δεν τους πρόσεξε και ιδιαίτερα, δεν τους κοίταξε καν καθώς περιεργαζόταν το αίτημα τους.

«Λίγες ημέρες μόνο, σας παρακαλούμε. Χρειαζόμαστε λίγες ημέρες, μας έτυχε κάτι…»

-«Δεν είναι στο χέρι μου ξέρετε» τους είπε χωρίς καν να ξεκολλήσει το βλέμμα της από την οθόνη καθώς περιεργαζόταν μηχανικά, δίχως αλαζονεία, το αίτημα τους.

-«Αντιμετωπίζουμε κάποιες δυσκολίες αυτό τον καιρό… αν θα μπορούσατε να μας διευκολύνετε με μερικές ημέρες. Λίγες ημέρες μόνο ζητάμε, τίποτα άλλο» της είπε ο ηλικιωμένος άντρας με τρεμάμενη φωνή και δίχως να το καταλάβει έσφιξε το χέρι της συντρόφου του, καθώς η ψυχή του έψαχνε μανιωδώς το άλλο της μισό για να σταθεί όρθια.

-«Δεν είναι στο χέρι μου κύριε. Πραγματικά αν μπορούσα θα σας διευκόλυνα. Μισό λεπτό να δω τι μπορώ να κάνω.» τους είπε και άρχισε να σκαλίζει τα αρχεία των πληρωμών, ψάχνοντας μια τρύπα στο σύστημα, μια λύση, στο πρόβλημα που στέκονταν μπροστά της.

Πίσω τους είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια αλυσίδα ανθρώπων που περίμεναν κι εκείνοι με τη σειρά τους μια λύση στο δικά τους προβλήματα, μεγάλα και μικρά, που ολοένα έμοιαζε και πιότερο σαν χιονοστιβάδα, πίσω από αυτές τις δυο μικροκαμωμένες φιγούρες.

-«Έχετε ξαναργήσει μια φορά βλέπω να εξοφλήσετε τις δόσεις;» τους ρώτησε η υπάλληλος μηχανικά, δίχως αλαζονεία.

-«Μια φορά μόνο! Για δυο μέρες είχαμε αργήσει. Μια φορά!» ψέλλισε με έναν πνιχτό λυγμό ο άντρας κι αυτή τη φορά ήταν το δικό της χέρι που τον έσφιξε. «Μας είχε τύχει κάτι… δεν… το πληρώσαμε αμέσως όμως! Δυο μέρες μετά κυρία...» ακούστηκε μια φωνή από δυο σώματα που είχαν γίνει ένα, από δυο πλάσματα που είχαν μονιάσει από κοινού απέναντι σε έναν αντίπαλο που έμοιαζε να θέλει να τους συνθλίψει και στα μάτια μιας κοπέλας που στέκονταν δίπλα τους, έμοιαζαν να μικρά δεντράκια που προσπαθούνε να σταθούν όρθια μέσα σε θύελλα, στη μέση του πουθενά.

Η καρδιά της βάρυνε με θλίψη κι οργή. Αλλά κυρίως με θλίψη για εκείνους τους δυο ανθρώπους που στα 70 τους καλούνταν να απολογηθούν γιατί αργήσανε να πληρώσουνε μια δόση στο «σύστημα». Στα μάτια τους, που είχαν αρχίσει να υγραίνουν στα κρυφά, έβλεπες αν ήθελες, όλα τους τα όνειρα και τις προσπάθειες που έκαναν τόσα χρόνια να επιβιώσουν δίχως να βλάψουν κανέναν, να μαζεύονται στάλες στις άκρες, έτοιμες να κυλήσουν στα χαραγμένα απ’ το χρόνο, το γαμημένο χρόνο, πρόσωπα τους.

-«Λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Δεν με αφήνει το «σύστημα» τους είπε και πάλι η υπάλληλος μηχανικά, δίχως αλαζονεία.

-«Δεν μπορούμε… δεν έχουμε, αλήθεια σας λέμε! Δυσκολευόμαστε πολύ αυτό τον καιρό…» επέμεινε μάταια ο άντρας μα ήδη η φωνή του χανόταν μέσα σε μια προεξοφλημένη απάντηση.

-«Δυστυχώς θα χάσετε τη ρύθμιση αν δεν εξοφλήσετε τώρα τη δόση. Αν δεν είχατε αργήσει εκείνη τη φορά ξέρετε... ίσως να μπορούσα, άλλα... λυπάμαι δεν μπορώ να κάνω κάτι. Πραγματικά λυπάμαι» τους απάντησε και ήδη το βλέμμα της έφυγε από πάνω τους, ψάχνοντας στη χιονοστιβάδα πίσω τους, κάποιους επόμενους.

Δίπλα τους η κοπέλα έμοιαζε να πνίγεται καθώς ένιωσε κυριολεκτικά το στομάχι της να δένεται κόμπο και την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, θυμωμένη.  Ήθελε να ουρλιάξει μπροστά στα μούτρα της υπαλλήλου αλλά και σε όλους όσους παρακολουθούσαν αυτή τη σκηνή ότι τούτοι οι δυο οι άνθρωποι δεν τ' άξιζαν όλο αυτό. Κανένας δεν το άξιζε, αλλά τούτοι εδώ διάολε ήταν περισσότερο αθώοι απ’ τον καθένα εκεί μέσα, απ’ όλους τους.

Εκατομμύρια σκέψεις και συναισθήματα την πλημμύρησαν καθώς τους κοίταζε να οπισθοχωρούν ηττημένοι μπροστά στο θηρίο και να ψάχνουν χαμένοι το δρόμο της εξόδου κι ένιωσε να θέλει να τρέξει πίσω τους και να τους βοηθήσει, να κάνει κάτι  για αυτούς, κάτι, οτιδήποτε. Να τους αγκαλιάσει και να τους φιλήσει λέγοντας τους πως όλα θα πήγαιναν καλά κι ότι δεν ήταν μόνοι τους, ότι δεν είχαν όλο τον κόσμο απέναντι τους και πως υπήρχε τρόπος, έπρεπε να υπάρχει ένας γαμημένος τρόπος και για αυτούς. Ευχήθηκε να μπορούσε να τους δώσει εκείνη τα χρήματα που τους έλειπαν αλλά κυρίως ευχήθηκε να μπορούσε να πατήσει ένα κουμπί και με μια κίνηση να στείλει στο διάολο τους πάντες και τα πάντα, εκτός από εκείνους τους δυο, ισοπεδώνοντας τα βάρη και το πόνο τους αλλά κι όλο το γαμημένο σύμπαν μαζί. Μηχανικά, δίχως αλαζονεία.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2008

Οι "Μ" διαστάσεις και το κακό συναπάντημα

Στο ένα άλλο αλλιώτικο, μακρινό παράλληλο σύμπαν όλα μοιάζουν όμορφα θαρρώ και μπερδεμένα. Εκεί στον πλανήτη Μέλμπιους ο Πασχάλης είναι αθώος, οι γκόμενες κάνουν όλες μαζί ντους και χασκογελάνε, ο ΜΠάοκ σηκώνει το Ευρωπαϊκό για 11η συνεχόμενη φορά μέσα στη Τούμπα και το MySpace είναι μια καντίνα στα Σεπόλια που φτιάχνει το καλύτερο «βρώμικο» της Αθήνας.

Εκεί οι μέρες κυλούνε ήσυχα και τα παιδιά παίζουνε πόκα στα σχολεία για να μάθουν αριθμητική και πιθανότητες, οι γιατροί σου λένε να αποφεύγεις τα γιαούρτια και τα μαρούλια και σου συνιστούν να βάλεις περισσότερες ψητούρες στο διαιτολόγιο σου μπας και ανεβάσεις λιγάκι την χοληστερίνης σου που τελευταία παραπαίει στο πάτωμα...

Οι χάπες και οι φούντες των τσολιάδων είναι λεύτερες, οι αποστάσεις μηδαμινές και όλοι μα όλοι χαμογελάνε, χωρίς να λένε μούφες και παπαριές. Δεν θα ακούσεις ψέματα, δεν θα δεις Ευαγγελάτο, ο Μάκης είναι γελαδάρης στο Μέμφις κι εσύ τσαλαβουτάς στις ασημένιες θαλασσιές του εγώ της με το πλαστικό μπρατσάκι σου που βγάζει και φραπέ!

Οι μουσικές είναι χρώματα, τα χρώματα εικόνες και τα γράμματα που γράφουνε μοιάζουν με fractals βγαλμένα από την φαντασία του John Waters, γιομάτα ηδονιστικές ακρότητες που όμως είναι αρεστές...

Οι άνθρωποι εκεί είναι οι σκύλοι και τα τετράποδα κοιτάζουν τα αστέρια και σκέφτονται τι άλλο υπάρχει εκεί έξω, γλύφοντας ευχαριστημένοι τις πατούσες τους και γαβγίζοντας μελωδικά προς εμάς. Που και που μονάχα εκπέμπουνε καμιάν εικόνα προς τα ‘δω με την μορφή της σκέψης και την στέλνουν διαμέσου της συχνότητας του ύπνου, αφήνοντας κάποια καρέ για να τα συμπληρώσει το κεφάλι μας σαν κυριακάτικο Sudoku στην εφημερίδα της ενορίας του αγίου Σουλπίκιου με δώρο το τελευταίο DVD της Jennaς κι έτσι μπορούμε να δούμε πως όλα τελικά είναι πίπες με φούντες και εμείς μια τρίχα από τα αρχίδια Τους...

Σ’αυτό το σύμπαν που λες, ο Μπάμπης Δελαπόρτας ένα πρωί παντρεύτηκε την Καλάμιτι Τζέην και ζήσανε ευτυχισμένοι ψήνοντας κάστανα στο παλάτι του βασιλιά Μίδα και κάθε Φλεβάρη πιο μακρύ καλούν τους φίλους τους για να γιορτάσουν την έλευση της νέας άνοιξης, η οποία διαρκεί μιαν ολάκερη ζωή...

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

time is on your side, yes it is...

Ό χρόνος είναι ο απόλυτος φίλος και εχθρός. Σαν άσπονδος εραστής που δεν μπορείς να απαλλαγείς, τρέχει μπροστά κι εσύ ακολουθείς, πάντοτε κουρασμένος.

Σε εκείνον αφήνουμε τα πάντα, ελπίδες, όνειρα και παλιές πληγές. Του τα δίνουμε να τα βάλει στο σακί του κι εκείνος, σαν Ρωσίδα μασέρ από αγγελία, αβασάνιστα τα κουβαλά για να μας τα δώσει στο τέλος της «βραδιάς» σαν πρέπει να πληρώσουμε την ταρίφα, η οποία δεν «παίζει» να μείνει απλήρωτη. Θα πρέπει να τα «βρείτε» όπως και να ‘χει...

΄Άλλοτε σαν ψεύτης σύντροφος σε ξεγελά και τον αποζητάς να ‘ρθει κοντά σου, αδιαφορώντας για όλα εκείνα που σου πήρε μακριά κι άλλοτε σαν πραγματική αγάπη σε φιλά γλυκά στον λαιμό και σου θυμίζει πως όλα πέρασαν. Δεν υπάρχει «μέση οδός» για τον μπάρμπα χρόνο, μονάχα άκρα όπως σ’ όλα τα μεγάλα στις ζωές μας.

Είναι ο τελικός κριτής στο διαγωνισμό που δίνεις με την πάρτη σου. Εκείνος μονάχα θα τολμήσει να μιλήσει, για να κρίνει, τι διάολο τάχα μου άξιζε και τι όχι, ποιος μέτρησε και ποιος φάνηκε κατώτερος των προσδοκιών. Δεν βιάζεται, δεν κάνει λάθος. Υπομονετικά κοιτάζει, συνήθως στα κλεφτά, και μαθαίνει. Διακρίνει όλα όσα μας κρύβει η ομίχλη του εγωισμού μας και τα ξεπλένει με το πικρό νερό της αλήθειας. Αυτή άλλωστε είναι και η δύναμη του στην οποία γονατίζουν άπαντες, ακόμη και οι «θεοί»... Το τι σημαίνει η φιλία, η αγάπη, ο έρωτας κι ολάκερος ο κόσμος δεν φτάνουν να γραφτούν σε άπειρες αράδες γράμματα κι όμως εκείνος μπορεί να τα εξηγήσει καλλίτερα από όλους μας, μέσα σε μια στιγμή. Μια μονάχα εικόνα απ’ τα κιτάπια του, φτάνει για μια ολάκερη ζωή.

Σαν μουστακαλής ταβερνιάρης ποτέ του δεν έκανε κέφι την πιτσιρικαρία. Με λίγους μπορεί να κάτσει μαζί τους γιατί λίγοι είναι ‘κείνοι που θα τον ακούσουν σαν θα πει τα δικά του. Και στο τραπέζι τους ποτέ του δεν τους φέρνει ολόκληρες μερίδες, μα μόνο μεζεκλίκια, έτσι για να πάρουν μια γεύση και να μην την αλλοιώσει ο κορεσμός. Η πείνα κολλητέ δεν είναι εκείνη που τα κάνει όλα πιο όμορφα; (κι ο ΠΑΟΚ πως το ξέχασα...).

Μην ψάχνεις για οίκτο στα λόγια του χρόνου. Μονάχα αλήθειες, για αυτό μην κάνεις ερωτήσεις για τις οποίες δεν θες να ακούσεις απαντήσεις.

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

in the waiting line...

Η μοναξιά που τσακίζει κόκαλα, η μοναξιά που σπάει τις ψυχές μας σε χίλια κομμάτια. Τις κόβει σαν τον Ρίο Μάρε με την καρδιά ενός σάπιου μαρουλιού και μας αφήνει μόνους παγωμένους και σιωπηλούς. Αναρωτιόμαστε που διάολο θα θέλαμε να ήμασταν και μόλις το αφήσουμε να βγει από μέσα μας, το διώχνουμε μακριά, πληγωμένοι αφού για διάφορους γαμημένους λόγους δεν μπορούμε.

Οι μουσικές που κάνουν διάλογους στα κρυφά με τα κεφάλια μας ενώ εμείς καπνίζουμε το τσιγάρο που κάποτε θα μας σκοτώσει. Θα θέλαμε να μας σκοτώσει σήμερα αλλά δεν το λέμε, αφού φοβόμαστε στα αλήθεια τούτες τις ευχές που θα βγουν αληθινές.

Οι γραμμές της ζωή μας που άλλοτε σμίγουν κι άλλοτε ξεμακραίνουν αδιάφορα από τα θέλω μας και τα ανάγκες μας. Οι πράξεις ανθρώπων που δήθεν ελέγχουν τις ζωές τους μα που δεν έχουν καμία αξία καθώς άλλα αποφασίζουν για όλους μας. Εκείνα είναι που μιλούν και διαλέγουν πότε και τι για τον καθένα μας...

Οι συνήθειες που μας κακομαθαίνουν, οι απολαύσεις που μας αλλάζουν, οι ανάγκες που μας ελέγχουν, όλα όσα είμαστε εμείς από'ξω κι όλα όσα ξέρουμε μονάχα εμείς. Μόνο εμείς.

Το τέλος στα μικρά και τα μεγάλα. Η αυλαία σε διάφορα έργα που τα παίζουμε ξανά και ξανά από διαφορετικούς ρόλους μέχρι ο σκηνοθέτης να αποφασίσει που μας θέλει και το «κοινό» να ικανοποιηθεί.

Ο θυμός μας, τα νεύρα μας και η ανάγκη μας να «κοιμηθούμε». Κουρασμένοι απ’ το «ξενύχτι» που μας διασκέδασε κάμποσο μα περισσότερο μας έκανε να βαρεθούμε εμάς. Στη σειρά όλοι περιμένοντας πάντα κάτι...

Όλοι μας παντού και πουθενά, μόνοι μέσα κι όξω κάνουμε πως αγαπάμε, μιλάμε, υπάρχουμε. Μα μόνο στα αλήθεια ονειρευόμαστε θαρρώ...

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

the circle never ends...

Ο παππούς του Μπάμπη ήτανε βοσκός. Σαλάγαγε τα προβατάκια του, έσπερνε και 5-6 δεκαδικά ζαρζαβατικά, ίσα ίσα για ‘κείνον, την κυρά και τα κουτσούβελα. Ωραίος τύπος, λιγομίλητος μα ποτέ του σκυθρωπός, είχε αδυναμία σε πολλά πράγματα και παρά την φτώχια του, του άρεσαν οι ομορφιές, οι απλές μα ιδιαίτερες...

Έκανε κέφι να ακούει αμανέδες στο ραδιόφωνο, βλέπεις του θύμιζαν τα μέρη του και τους ξεχασμένους προγόνους του που δεν έλαχε να τους χορτάσει αφού τους έχασε μικρός... Το τσιγάρο το έσπερνε και το τρώγε στα σοβαρά, τόσο που ακόμη και το πετσί του είχε μαυρίσει, ενώ το ούζο το κατέβαζε πρωί πρωί, σαν μητρικό γάλα...

Ποτέ του όμως δεν άφησε τις έγνοιες του να σκεπάσουν την κρίση του και δεν έκανε να σ'κώσει χέρι ποτές στην όμορφη κυρά του...

Πρέπει να ήτανε στα 12 όταν ανέλαβε την φαμίλια σαν προστάτης και άφησε το παιδί μέσα του να φύγει μάλλον πρόωρα. Αναγκάστηκε βλέπεις αδερφέ να μεγαλώσει απότομα αφού υπήρχαν κάμποσοι μπόμπιρες πίσω απ’ αυτόν. Ποιος άλλος θα μπορούσε; Κανείς έτσι;

Για ‘κείνον ολάκερος ο κόσμος του ήταν το χωριό. Άκουγε για ταξίδια, έβλεπε φωτογραφίες από μέρη μακρινά κι εξωτικά και ονειρευόταν. Ονειρευόταν στα κρυφά και λίγο, τόσο ώστε να συνεχίζει μα να μην ξεχνά αυτά που έπρεπε να «κουβαλήσει». Καρτερικά περίμενε να έρθει η νύχτα για να ταξιδέψει. Στην αγκαλιά της γυναίκας του, άφηνε ότι τον βάραινε και «ελαφρύς» σαν ήτανε «έφευγε» πέρα μακριά. Επέστρεφε στην Σμύρνη, έκανε περατζάδες από την Πόλη του κι έπειτα σαν χάραζε έκανε τσιγάρο στα κλεφτά κάπου στην Κρήτη. Μα πάντα επέστρεφε, πάντα...

Μα οι θεοί τον έβλεπαν και τον έκαναν κέφι έτσι σαν τον παρακολουθούσαν με τα χρόνια να μεγαλώνει και να τους «φτάνει», άξια και αληθινά! Από καιρό ‘κείνοί σχεδίαζαν να του κάνουν το δώρο που λαχταρούσε το παιδί μέσα του μα ήξεραν ότι έπρεπε λίγο ακόμα να περιμένουν. Βλέπεις κάποιοι μεγάλωναν χάρη σ’αυτόν και έπρεπε να προκάμει η «γραμμή» της ζωής τους να παχύνει κάμποσο προτού να μπορέσει να συνεχίσει μονάχη...

Έφυγε το ίδιο σιωπηλά, όπως υπήρξε. Πρότερα της ώρας του και μάλλον βιαστικά μα υπήρχε λόγος. Το ‘ξερε κι η κυρά του κι ας μην το μαρτυρούσε σε κανέναν άλλο. Το ‘ξερε πως θα τον έβλεπε ξανά μπροστά της κάποια μέρα να την κοιτά και να της χαμογελά ήρεμα, διαπερνόντας την με εκείνα τα μάτια που λάτρεψε.

Σαν βγήκε απ’ την κοιλιά της νύφης του, έκλαψε κάμποσο, μα μόνο μια κατάλαβε γιατί. Μονάχα μία τον πήρε στην αγκαλιά της και κατάλαβε πόσο αληθινά ήταν όλα όσα της έλεγαν οι νεράιδες και τα ξωτικά τις νύχτες χωρίς φεγγάρι. Και το χέρι της γλυκά τον σκέπασε για μία ακόμη φορά...

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Θεοκεφτοσοφία - Η "Μέση Οδός" - κεφάλαιο 4

Ο δάσκαλος είπε: «Ξέρω πως γίνεται και δεν καλλιεργείται το Tao. Οι σοφοί το υπερβαίνουν και οι ανόητοι δεν το προσεγγίζουν. Ξέρω πως γίνεται και η Μέση Οδός δεν κατανοείται. Οι προικισμένοι άνθρωποι την υπερβαίνουν και οι ανάξιοι δεν την προσεγγίζουν. Όλοι οι άνθρωποι τρώνε και πίνουν. Αλλά λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να ξεχωρίσουν τις γεύσεις»

Και ο Μπάμπης απάντησε: «Δεν είναι όλοι οι κεφτέδες ίδιοι. Άλλοι καίγουνται πρόωρα στο τηγάνι και δεν "προκάμουν" να ψηθούν κι άλλοι καβουρντίζονται για ώρα μέχρις να χάσουν το ζουμί τους. Όλοι μα όλοι όμως ονειρεύονται να φαγωθούν.»

και ο σερβιτόρος δάκρυσε…

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket