Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017
μηχανικά, δίχως αλαζονεία
Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008
Οι "Μ" διαστάσεις και το κακό συναπάντημα
Στο ένα άλλο αλλιώτικο, μακρινό παράλληλο σύμπαν όλα μοιάζουν όμορφα θαρρώ και μπερδεμένα. Εκεί στον πλανήτη Μέλμπιους ο Πασχάλης είναι αθώος, οι γκόμενες κάνουν όλες μαζί ντους και χασκογελάνε, ο ΜΠάοκ σηκώνει το Ευρωπαϊκό για 11η συνεχόμενη φορά μέσα στη Τούμπα και το MySpace είναι μια καντίνα στα Σεπόλια που φτιάχνει το καλύτερο «βρώμικο» της Αθήνας.
Εκεί οι μέρες κυλούνε ήσυχα και τα παιδιά παίζουνε πόκα στα σχολεία για να μάθουν αριθμητική και πιθανότητες, οι γιατροί σου λένε να αποφεύγεις τα γιαούρτια και τα μαρούλια και σου συνιστούν να βάλεις περισσότερες ψητούρες στο διαιτολόγιο σου μπας και ανεβάσεις λιγάκι την χοληστερίνης σου που τελευταία παραπαίει στο πάτωμα...
Οι μουσικές είναι χρώματα, τα χρώματα εικόνες και τα γράμματα που γράφουνε μοιάζουν με fractals βγαλμένα από την φαντασία του John Waters, γιομάτα ηδονιστικές ακρότητες που όμως είναι αρεστές...
Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2007
time is on your side, yes it is...
Ό χρόνος είναι ο απόλυτος φίλος και εχθρός. Σαν άσπονδος εραστής που δεν μπορείς να απαλλαγείς, τρέχει μπροστά κι εσύ ακολουθείς, πάντοτε κουρασμένος.
Σε εκείνον αφήνουμε τα πάντα, ελπίδες, όνειρα και παλιές πληγές. Του τα δίνουμε να τα βάλει στο σακί του κι εκείνος, σαν Ρωσίδα μασέρ από αγγελία, αβασάνιστα τα κουβαλά για να μας τα δώσει στο τέλος της «βραδιάς» σαν πρέπει να πληρώσουμε την ταρίφα, η οποία δεν «παίζει» να μείνει απλήρωτη. Θα πρέπει να τα «βρείτε» όπως και να ‘χει...
΄Άλλοτε σαν ψεύτης σύντροφος σε ξεγελά και τον αποζητάς να ‘ρθει κοντά σου, αδιαφορώντας για όλα εκείνα που σου πήρε μακριά κι άλλοτε σαν πραγματική αγάπη σε φιλά γλυκά στον λαιμό και σου θυμίζει πως όλα πέρασαν. Δεν υπάρχει «μέση οδός» για τον μπάρμπα χρόνο, μονάχα άκρα όπως σ’ όλα τα μεγάλα στις ζωές μας.
Είναι ο τελικός κριτής στο διαγωνισμό που δίνεις με την πάρτη σου. Εκείνος μονάχα θα τολμήσει να μιλήσει, για να κρίνει, τι διάολο τάχα μου άξιζε και τι όχι, ποιος μέτρησε και ποιος φάνηκε κατώτερος των προσδοκιών. Δεν βιάζεται, δεν κάνει λάθος. Υπομονετικά κοιτάζει, συνήθως στα κλεφτά, και μαθαίνει. Διακρίνει όλα όσα μας κρύβει η ομίχλη του εγωισμού μας και τα ξεπλένει με το πικρό νερό της αλήθειας. Αυτή άλλωστε είναι και η δύναμη του στην οποία γονατίζουν άπαντες, ακόμη και οι «θεοί»... Το τι σημαίνει η φιλία, η αγάπη, ο έρωτας κι ολάκερος ο κόσμος δεν φτάνουν να γραφτούν σε άπειρες αράδες γράμματα κι όμως εκείνος μπορεί να τα εξηγήσει καλλίτερα από όλους μας, μέσα σε μια στιγμή. Μια μονάχα εικόνα απ’ τα κιτάπια του, φτάνει για μια ολάκερη ζωή.
Σαν μουστακαλής ταβερνιάρης ποτέ του δεν έκανε κέφι την πιτσιρικαρία. Με λίγους μπορεί να κάτσει μαζί τους γιατί λίγοι είναι ‘κείνοι που θα τον ακούσουν σαν θα πει τα δικά του. Και στο τραπέζι τους ποτέ του δεν τους φέρνει ολόκληρες μερίδες, μα μόνο μεζεκλίκια, έτσι για να πάρουν μια γεύση και να μην την αλλοιώσει ο κορεσμός. Η πείνα κολλητέ δεν είναι εκείνη που τα κάνει όλα πιο όμορφα; (κι ο ΠΑΟΚ πως το ξέχασα...).
Μην ψάχνεις για οίκτο στα λόγια του χρόνου. Μονάχα αλήθειες, για αυτό μην κάνεις ερωτήσεις για τις οποίες δεν θες να ακούσεις απαντήσεις.
Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007
in the waiting line...
Η μοναξιά που τσακίζει κόκαλα, η μοναξιά που σπάει τις ψυχές μας σε χίλια κομμάτια. Τις κόβει σαν τον Ρίο Μάρε με την καρδιά ενός σάπιου μαρουλιού και μας αφήνει μόνους παγωμένους και σιωπηλούς. Αναρωτιόμαστε που διάολο θα θέλαμε να ήμασταν και μόλις το αφήσουμε να βγει από μέσα μας, το διώχνουμε μακριά, πληγωμένοι αφού για διάφορους γαμημένους λόγους δεν μπορούμε.
Οι μουσικές που κάνουν διάλογους στα κρυφά με τα κεφάλια μας ενώ εμείς καπνίζουμε το τσιγάρο που κάποτε θα μας σκοτώσει. Θα θέλαμε να μας σκοτώσει σήμερα αλλά δεν το λέμε, αφού φοβόμαστε στα αλήθεια τούτες τις ευχές που θα βγουν αληθινές.
Οι γραμμές της ζωή μας που άλλοτε σμίγουν κι άλλοτε ξεμακραίνουν αδιάφορα από τα θέλω μας και τα ανάγκες μας. Οι πράξεις ανθρώπων που δήθεν ελέγχουν τις ζωές τους μα που δεν έχουν καμία αξία καθώς άλλα αποφασίζουν για όλους μας. Εκείνα είναι που μιλούν και διαλέγουν πότε και τι για τον καθένα μας...
Οι συνήθειες που μας κακομαθαίνουν, οι απολαύσεις που μας αλλάζουν, οι ανάγκες που μας ελέγχουν, όλα όσα είμαστε εμείς από'ξω κι όλα όσα ξέρουμε μονάχα εμείς. Μόνο εμείς.
Το τέλος στα μικρά και τα μεγάλα. Η αυλαία σε διάφορα έργα που τα παίζουμε ξανά και ξανά από διαφορετικούς ρόλους μέχρι ο σκηνοθέτης να αποφασίσει που μας θέλει και το «κοινό» να ικανοποιηθεί.
Ο θυμός μας, τα νεύρα μας και η ανάγκη μας να «κοιμηθούμε». Κουρασμένοι απ’ το «ξενύχτι» που μας διασκέδασε κάμποσο μα περισσότερο μας έκανε να βαρεθούμε εμάς. Στη σειρά όλοι περιμένοντας πάντα κάτι...
Όλοι μας παντού και πουθενά, μόνοι μέσα κι όξω κάνουμε πως αγαπάμε, μιλάμε, υπάρχουμε. Μα μόνο στα αλήθεια ονειρευόμαστε θαρρώ...

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2007
the circle never ends...
Ο παππούς του Μπάμπη ήτανε βοσκός. Σαλάγαγε τα προβατάκια του, έσπερνε και 5-6 δεκαδικά ζαρζαβατικά, ίσα ίσα για ‘κείνον, την κυρά και τα κουτσούβελα. Ωραίος τύπος, λιγομίλητος μα ποτέ του σκυθρωπός, είχε αδυναμία σε πολλά πράγματα και παρά την φτώχια του, του άρεσαν οι ομορφιές, οι απλές μα ιδιαίτερες...
Ποτέ του όμως δεν άφησε τις έγνοιες του να σκεπάσουν την κρίση του και δεν έκανε να σ'κώσει χέρι ποτές στην όμορφη κυρά του...
Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007
Θεοκεφτοσοφία - Η "Μέση Οδός" - κεφάλαιο 4
Ο δάσκαλος είπε: «Ξέρω πως γίνεται και δεν καλλιεργείται το Tao. Οι σοφοί το υπερβαίνουν και οι ανόητοι δεν το προσεγγίζουν. Ξέρω πως γίνεται και η Μέση Οδός δεν κατανοείται. Οι προικισμένοι άνθρωποι την υπερβαίνουν και οι ανάξιοι δεν την προσεγγίζουν. Όλοι οι άνθρωποι τρώνε και πίνουν. Αλλά λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να ξεχωρίσουν τις γεύσεις»
Και ο Μπάμπης απάντησε: «Δεν είναι όλοι οι κεφτέδες ίδιοι. Άλλοι καίγουνται πρόωρα στο τηγάνι και δεν "προκάμουν" να ψηθούν κι άλλοι καβουρντίζονται για ώρα μέχρις να χάσουν το ζουμί τους. Όλοι μα όλοι όμως ονειρεύονται να φαγωθούν.»
και ο σερβιτόρος δάκρυσε…
Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007
"χειμώνιασε" θαρρώ
Έτσι είναι με τον «χειμώνα». Ξαφνικά έρχεται κι ας τον περιμένεις. Μπορεί από καιρό να προσποιείσαι το «μυρμήγκι» μα σαν έρθει η ώρα, «τζίτζικας» φαίνεται πως είσαι κι εσύ.
Τον καταλαβαίνεις όχι από το «χρώμα» του «ουρανού», ούτε και το «σκοτάδι» που φαίνεται ολοένα και νωρίτερα στα «πάντα», μεγάλα, μικρά κι ασήμαντα. Τον νιώθεις να τρουπώνει βαθιά «μέσα» σου και να σου παγώνει την «ψυχή» και αποζητάς εκείνη την «ζέστη» του καλοκαιριού μα και την «γλύκα» της «άνοιξης».
Τον πολεμάς αν είσαι από τους «χαζούς» «ρομαντικούς», τους μαλάκες «άχρηστους» που δεν ταιριάζουν στην «εποχή» αυτή και επιμένεις να δηλώνεις πως δεν «κρύωσες». Μα «πάγωσες» κι η καρδιά σου το ξέρει πως τρίζεις τα «δόντια» σου όταν δεν σε «κοιτάει» «κανείς». Γυρνάς με «κοντομάνικα», ανοίγεις κι άλλα «παραθύρια» και τέλος τέλος σκουπίζεις και το «μέτωπο» πως τάχαμου «ίδρωσες»...
Στο τέλος όμως «παραιτείσαι» σαν έρθει εκείνη η γαμημένη ώρα τ’ «απολογισμού» πετάς τα «κοντομάνικα» και βάζεις ρούχα που σου «ταιριάζουν» και που ζεσταίνουν κάπως το «σώμα» σου, ενώ αφήνεις κρυμμένα τα παλιά σαν να θες να «ξεχάσεις» που τα φόραγες γιατί έβλεπες πως σου «πήγαιναν» τόσο, μα τόσο πολύ.
Που και που θυμάσαι το «καλοκαιράκι» και σου ‘ρχεται «κάπως» περίεργα μα γρήγορα σκέφτεσαι και αναθαρρείς, πως ξανά θα έρθει ο «Ιούνης». Ποιος όμως σου ‘πε πως όλα στριφογυρίζουν με «365» μέρες σπίντα; Και «γύρω» από ‘κει που θες ή που συλλογίστηκες από λάθος;
«....Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο το όχι -- το σωστό -- εις όλην την ζωή του....»
Κάποιος «διαβασμένος», «κάπου», «κάποτε»


